αισθησιακός

-ή, -ό [αίσθηση]
1. αυτός που αναφέρεται στις αισθήσεις ή που επηρεάζεται πολύ από τις αισθήσεις
2. ο επιρρεπής στις ηδονές, φιλήδονος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αισθησιακός — ή, ό αυτός που προέρχεται από τις αισθήσεις ή επηρεάζεται πολύ απ αυτές: Οι απολαύσεις που τον συγκινούν είναι μονάχα οι αισθησιακές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αίσθηση — Φαινόμενο χάρη στο οποίο ο άνθρωπος και τα ζώα αντιλαμβάνονται αυτά που συμβαίνουν στο εσωτερικό του οργανισμού τους ή στο εξωτερικό περιβάλλον, διαμέσου γνωρισμάτων κατάλληλων για τη λήψη διαφόρων ερεθισμάτων και χάρη στις γενικές ιδιότητες της… …   Dictionary of Greek

  • ενήδονος — ἐνήδονος, ον (AM) [ηδονή] μσν. γοητευτικός, ωραίος μσν. αρχ. 1. γεμάτος ηδονή, ηδονικός, αισθησιακός 2. γεμάτος χαρά, χαρούμενος, ευχάριστος …   Dictionary of Greek

  • κατασαρκώ — κατασαρκῶ, όω (AM) κάνω κάποιον ευτραφή μσν. παθ. κατασαρκοῡμαι, όομαι γίνομαι αισθησιακός. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + σαρκῶ «κάνω κάποιον ευτραφή» (< σάρξ)] …   Dictionary of Greek

  • μεγαλόσαρκος — μεγαλόσαρκος, ον (Α) 1. αυτός που έχει μεγάλες σάρκες 2. σαρκικός, αισθησιακός. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεγαλ(ο) * + σάρξ, σαρκός (πρβλ. λιπό σαρκος)] …   Dictionary of Greek

  • τανγκό — (tango). Oνομάζεται και τάνγκο. Είδος χορού που ήρθε από την Αργεντινή στην Ευρώπη (1912) και στην Ελλάδα (1913). Η λέξη τ. με τονισμό στην παραλήγουσα, είναι ισπανική και σημαίνει γενικά γιορτή ή λαϊκό χορό. Πολλοί υποστηρίζουν ότι το τ. είναι… …   Dictionary of Greek

  • Αλκμάν — (7ος αι. π.Χ.).Λυρικός ποιητής. Γεννήθηκε στις Σάρδεις της Μικράς Ασίας, αλλά έζησε και πέθανε στη Σπάρτη, όπου δίδαξε μουσική, χορό και ποίηση. Από τα πιο φημισμένα έργα του ήταν τα περίφημα παρθένια, είδος λυρικών ποιημάτων που τα τραγουδούσε… …   Dictionary of Greek

  • Βέλγιο — Κράτος της βόρειας Ευρώπης, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.Συνορεύει Β και ΒΑ με την Ολλανδία, Α με τη Γερμανία, ΝΑ με το Λουξεμβούργο, Ν με τη Γαλλία, ενώ ΒΔ βρέχεται από τη Βόρεια θάλασσα.Το κράτος του Β. (που τα σημερινά σύνορά του σε γενικές… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Κουζέν, Βικτόρ — (Victor Cousin, Παρίσι 1792 – Κάνες 1867). Γάλλος φιλόσοφος, ακαδημαϊκός και πολιτικός. Φοίτησε στο λύκειο Καρλομάγνου και στην École Normale. Πολύ γρήγορα διακρίθηκε για το ζωηρό ενδιαφέρον του σχετικά με τα φιλοσοφικά προβλήματα της εποχής του …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.